Showing posts with label iambic decapentasyllabic verse. Show all posts
Showing posts with label iambic decapentasyllabic verse. Show all posts

Saturday, November 9, 2019

Μουγγό Σκυλί

Μουγκό Σκυλί

Θολή στο γκρίζο στέκεται, φιγούρα στη βροχή
χωρίς γι' αυτό μιαν αφορμή, τυχαία θάν' η αιτία
στο δρόμο μου ξεχάστηκε, βουβά, χωρίς φωνή
πικρό σκυλί μ' ακολουθεί, για μου ζητά φιλία.

Σιμώνει και οσφραίνοντας, αθόρυβα, μουγκά
στυλώνει μεσ' στα μάτια μου το καρβουνίσιο βλέμμα
κι εγώ θαρρώ μπαρκάραμε στο χρόνο, δυό στοιχειά
κι η βάρκα κλυδωνίζεται στου Αχέροντα το ρεύμα.

Καθώς ποτάμια τρέχουνε, κελαρυστά νερά
απ' τις πλαγιές του Υμηττού και πάνε κατά κάτου,
αγάλλιαση με κυβερνά, κι απόκοσμη χαρά
μα και γροικώ του κεραυνού, κάλεσμα του θανάτου.

Μουγκό σκυλί μ' ακολουθεί, στην άσφαλτο, σιμά,
νομίζω πως με νοιάζεται ή τάχ' αναρωτιέται
καθώς οι βρόχινες ριπές, χορεύουν ρυθμικά
μα και καλούν από ψηλά, αυτόνε που αρνιέται.

Νομίζω η μπλάβα της βροχής, γραμμή του ουρανού
διάχυτο σκιαγραφεί, χορό που με στοιχειώνει
κι ακούγεται το χτύπημα, μακρυά, του κεραυνού
σαν το σφυρί του μάστορα που φέρετρο καρφώνει.

Γ. Β.

Friday, November 8, 2019

Άη Γιώργης

Άη Γιώργης

Αναθυμάται τον η νια στο θρόισμα του Μπάτη,
στις τρεις τ' αφήλιο γιόρτασαν, του μήνα Αλωνάρη
κι όπως τη ρόκα έγνεθε, κόρη πρασινομάτη,
απόδιωξε τον άνεμο, του κάμπου καβαλάρη.

Του ρόδου αγκύλι την τρυπά, μεσουρανίς τον ψάχνει
τ' αστέρια λάμπουν χαμηλά, στο μετρημό πονάνε
πως τους ψιθύρους αγροικά και τη θαμπούρα αδράχνει
τραγούδι λέει στ' αερικά που γύρω σεργιανάνε.

Ακριβογιός του Άρχοντα, του λίχνου θυγατέρα,
με τη βελόνα να κεντά της περηφάνειας άτι,
λογοδεθήκανε σαν χτες, καλπάσαν στον αγέρα,
ώ, πόσο έμοιαζε ο νιός, τ' Άη Γιώργη τ' αναβάτη.

Ριχτάρι χρυσοκέντητο ο ουρανός κι ο κάμπος,
τρισκόταδο τον τύλιξε, στον πόλεμο κοιμήθη
και τους εσκέπασε προικιό, των αστεριών το θάμπος
κι έγιν' η κόρη αερικό κι οι δυό τους παραμύθι.

G.V.

Thursday, November 7, 2019

Άη Γιώργης

Άη Γιώργης

Αναθυμάται τον η νια στο θρόισμα του Μπάτη,
στις τρεις τ' αφήλιο γιόρτασαν, του μήνα Αλωνάρη
κι όπως τη ρόκα έγνεθε, κόρη πρασινομάτη,
απόδιωξε τον άνεμο, του κάμπου καβαλάρη.

Του ρόδου αγκύλι την τρυπά, μεσουρανίς τον ψάχνει
τ' αστέρια λάμπουν χαμηλά, στο μετρημό πονάνε
πως τους ψιθύρους αγροικά και τη θαμπούρα αδράχνει
τραγούδι λέει στ' αερικά που γύρω σεργιανάνε.

Ακριβογιός του Άρχοντα, του λίχνου θυγατέρα,
με τη βελόνα να κεντά της περηφάνειας άτι,
λογοδεθήκανε σαν χτες, καλπάσαν στον αγέρα,
ώ, πόσο έμοιαζε ο νιός, τ' Άη Γιώργη τ' αναβάτη.

Ριχτάρι χρυσοκέντητο ο ουρανός κι ο κάμπος,
τρισκόταδο τον τύλιξε, στον πόλεμο κοιμήθη
και τους εσκέπασε προικιό, των αστεριών το θάμπος
κι έγιν' η κόρη αερικό κι οι δυό τους παραμύθι.

G.V.

Ο Τρίτος Κι Ο Μηχανικός

Πώς χάραξαν το πέρασμα αόρατοι εργάτες
βροχάρια κι αγριοκάτσικα που σμίλεψαν τα βράχια
εκεί οπούσαν σύννεφα, κι αγγέλοι στρατολάτες
σε πέτρινες βουνοπλαγιές και γκρίζα καταράχια;

Ανέβαιν' ο μηχανικός κι ο τρίτος καπετάνιος
μαζί ανεμοδέρνουνταν σ' ανήλιαγη πορεία
μα βήμα βήμα βιάζουνταν, κυλούσ' ο χρόνος δάνειος,
για τ' ουρανού το ξάγναντο και την αβερταρία.

Οι Ορεάδες έφευγαν στο φύσημα τ' αγέρα,
γιά ήταν σύννεφα που σβούν στου άπειρου τα χάη;
Του γρανιτένιου ορχηστρικού, τραγούδαγε φλογέρα,
κουρελιασμένη έγνεφε σημαία στα πελάη.

Μικρές σταγόνες ρίπιζαν χιονόνερο κρυστάλλι,
το φορτηγό δυό χρόνους πριν, φουντάρησε αρόδου
στο κέρινο των αστεριών, στης νύχτας την αιθάλη,
σειρήνες ύμνουν προσωδή στον είσπλου της διόδου.

Ανέβαιν' ο μηχανικός κι ο τρίτος καπετάνιος
μαζί ανεμοδέρνουνταν σ' ανήλιαγη πορεία
μα βήμα βήμα βιάζουνταν, κυλούσ' ο χρόνος δάνειος,
για τ' ουρανού το ξάγναντο και την αβερταρία.

G.V.

Γοργόφτερος Θαλασσαϊτός


Σαν φώτισε αγαληνά ο ήλιος τ' ακρογιάλι 15
στον μακρινό ορίζοντα εστίασε το βλέμμα,
αθόρυβ' από την αχλύ του πρωινού προβάλαν
αυθάδεις, οι γαλέρες των κουρσάρων.11

Πολλάκις λεηλατήθηκε τ' ακριτικό νησί του
γι' αυτό εξεθηκάρωσε ατσάλινη λεπίδα
σφυρήλατη μεσ' στη φωτιά από παλιούς τεχνίτες
και ύψωσε του τάγματος το βάνδο.

Της θάλασσας τα πνέματα περνούσαν από πάνω
τα γλαροπούλια έκρωζαν, το κύμα εφλοισβούσε
μονάχος του εστέκουνταν, η αύρα τον φυσούσε
στ' απόμακρο της χώρας ακρογιάλι.

Ολόγυρά του ένοιωσε, μαζεύουνταν προγόνοι
οπλίτες και κατάφρακτοι που πέσαν πολεμώντας
των Δωρικών αθάνατοι, ξεπρόβαλαν ξιφήρεις
απ' τ' αστροκέντητο της Περσεφόνης.

Γοργόφτερος θαλασσαϊτός, εφόρμησε στη μάχη
στον άνεμο θερίζοντας, μονάχος ευλογήθη,
με λιόδεντρου αντίδωρο μετάλαβε πορφύρα,
σαν ήλιος, στα μεσούρανα εκλήθη.

G.V.

Βεατρίκη




Στο δρόμο προς τον Έσπερο, τον πρόλαβε η νύχτα

καθώς κατέβαινε βουβή και σκέπαζε τα δάσα,

από μακρυά ερχότανε ο άνεμος που αλύχτα

και σάρωνε την άσφαλτο με παγωμένη ανάσα.


Μουντό το πάσο τ' ουρανού, μακρυά τον οδηγούσε

φλογίτσες λαμπυρίζανε, τα άγνωρα αστέρια

η Βεατρίκη το νερό του Κράθη εκερνούσε

ως υδροχόος της Στυγός, σε ιδεατά παρτέρια.


Με σάλπιγγες και κύμβαλα χορεύαν ακροβάτες

αποκυήματα νυχτός και χρόνου ασυμβάτου,

- του κινητήρα άκουγε τους υπερτροφοδότες,

των Εσπερίδων κάλεσμα ή τάχα του θανάτου;


Για χρόνια το πεντάλιτρο, τραβούσε προς τη δύση

σε δάση από βελανιδιές, και μέλανα ελάτια

οι ακροβάτες είχανε ωστόσο ισορροπήσει

σ' αόρατα σχοινιά που βγουν στου Άδη τα παλάτια.


Απάνω τους χορεύανε χιλιάδες παντομίμες

με τα γεράκια πιο ψηλά τροχιές να διαγράφουν

τον Βόρειο να αιωρεί απόκληρες τις μνήμες,

στο μαυρονέρι του Χελμού που θρύλοι περιγράφουν.


Στο μούχρωμ' αφανίστηκαν, με γέλια οι ακροβάτες,

το μελανί πεντάλιτρο κεντούσε τα σκοτάδια

σχεδιάζοντας ιδανικά, στου ποταμού τις όχτες,

τροχιές που απειρίζονταν στου Άδη τα λιβάδια.
.

Georgios Venetopoulos