Tuesday, February 11, 2020

Charades

Charades
 
It was my impression, the hours were bending
after infinite years of waiting and mind stalling,
the ship of our escaping, his deft sailors calling,
the time was  hardening and never-ending.
 
Upon the ship were only shadows of souls,
and as the dusk, slowly, befell to night,
it was the three of us in tulips of smoked light,
and only sailor ghosts in charades sprawl.
 
They danced and danced the nights after,
mimicking umpteen concepts, as each word,
was one more riddle upon our mind board,
- with ghosts jumping with their crazy laughter. 
 
we danced with them, under the rain;
foolish marionettes of a black ship hustle;
rotated, around a conceived infinite axle;
the dark ship wanted us to wind and feign.
 
Across the shore, were scattered lights,
blinking like to expending, desolated flames,
with this dance eluding us to childish games,
and the windy memories of our Sunday kites.
 
We fled up to reach happiness where,
the stars were smiling to a careless void,
and none recalled his one life destroyed,
and none recalled our ship dance of ne'er.
 
© 2012, All Rights Reserved

Sunday, February 9, 2020

Παράξενη Κολώνια

Παράξενη Κολώνια
  

Καράβι βυθισμένο στη σιωπή 10
οι σκιές του δειλινού απλώνονται με βιάση 13
ο ψίθυρος του πέλαγου θέλει να τους περάσει 15
στη διάσταση εκείνων που μισέψαν στην βροχή. 14

Σαν τα παιδιά της γνέφουνε μαζί 10
με τους αέρηδες και της χαμογελάνε, 13
τ' απορημένα μάτια τους ολόγυρα ζητάνε 15
του στοιχειωμένου πέλαγου τον παραμυθατζή. 14

Το πλοίο ψάχνει αυγινή γιορτή, 10
της μηχανής η μουσική στα τρία κάρτα, 13
η χάλκινη πυξίδα δείχνει την πορεία σκάρτα, 15
τ' αμέτρητα ταξίδια τους γυρίζουν στην αρχή. 14

Στά άδεια καλοκαίρια της ψυχής 10
της μοναξιάς τους θα πετούν τα χελιδόνια 13
με μια παράξενη, Τεργέστης, θα περνούν κολώνια, 15
και κει που χάθηκαν δεν θ' αποκρίνεται κανείς. 14

2017/11/27
© G. Venetopoulos, All rights reserved
(Ιαμβικός στίχος - έμμετρη γραφή)

Friday, February 7, 2020

Τον φώναζε Τζορντάνο

Τον φώναζε Τζορντάνο
.

Στήν άσφαλτο ξεμάκραιναν, στη μηχανή επάνω
ερωτευμένοι με το φως, τα γκάζια, τα λουλούδια·
η κόρη δεν θυμότανε... Τον φώναζε Τζορντάνο
και τραγουδούσαν στα βουνά, παρέα με τ' αρκούδια.
.
Γελώντας, έτρωγε αργά ένα κομμάτι πίτσα
με πεπερόνι, έξτρα τσήζ και φρέσκα μανιτάρια...
Ανέμελα τραβούσανε προς την Ηγουμενίτσα,
στο σάκο είχαν λίγα σνακς και μερικά δολάρια.
.
Ο Τζόρτζι σούζες έκανε κι αυτή τονε κρατούσε
με τό 'να χέρι στο Νταϊνέζ ή τη μακρυά του χαίτη,
λουλούδια φωτογράφιζε κι ύστερα τ' αναρτούσε,
οι μέλισσες ζουζούνιζαν Γκαετάνο Ντονιτσέτι.
.
Η ομορφάδα των αγρών τους είχε συνεπάρει
καθώς μυριάδες χρώματα κεντούσανε την πλάση,
της πίτσας όποιος δάγκωνε το τραγανό ζυμάρι
δεν ξέχναγε της Άνοιξης ετούτο το γιορτάσι.
.
Στην διαδρομή η μηχανή βρυχόταν στον αέρα·
μηκέτι είχαν κατά νου, στη θάλασσα να φτάσουν
φορούσανε τα καθρεφτέ, κοκκινωπά Καρέρα
και τ' άλογα ξεχύνονταν στο δρόμο να καλπάσουν.
.
Η κόρη, όμως, δεν ήξερε πώς να ισορροπήσει
και σύρθηκε στην άσφαλτο μα δίχως να χτυπήσει.
Η Ευσεβούλα έπεσε από την Καβασάκι
κι ο Τζόρτζι της προσέφερε γαλακτομπουρεκάκι
.
Γ.Β.

Sunday, February 2, 2020

Χρυση Καδενα

Χρυση Καδενα
 
Αρχές Δεκέμβρη ήταν κι αγρυπνούσε,
στην καταχνιά φιγούρα μοναχή,
τριγύρω της μια σιγαλή βροχή
θροίζοντας, με τα στοιχειά μιλούσε.
 
Πώς χόρευαν θολές οι αποστάσεις!
Μην ήταν πια η αυγή απατηλή;
Στα μάτια το διάφανο φιλί,
σκιών διάταξη κι αντανακλάσεις.
 
Απ' το λαιμό κρεμόταν η καδένα·
επιλογή και έμβλημα χρυσό,
στρατιώτη έπίγραμμα στην Λεμεσό,
βαπόρια-φορτηγά και μαύρα τραίνα.
 
Επέστρεφαν τα κύματα του μπάτη
το νόστο για τ΄αστέρια τ' ουρανού
στο θόλο το βαθύ του οψιδιανού
με βρόχινο στα μάτια της τ' αλάτι.
 
Τραγούδι έγιν' η φωνή κι επλάσθη
με τις σταγόνες, νεύμα του βοριά
προσκάλεσμα· θυμάρι και μυρτιά,
στο λυκαυγές η κόρη τον ησπάσθη.
 
© G. Venetopoulos, All rights reserved
(Ιαμβικός στίχος 11/10 συλλαβών)