Wednesday, June 17, 2020

Νακος

Νακος


Ήταν γλαρόνι του νοτιά, θάλασσινός αγέρας

Τη μέρα που αποφάσισε να γίνει αστροναύτης

μετρώντας με προσήλωση τις τρύπες της γραβιέρας

στο Κολωνάκι, στη μπουτίκ, σπούδασ' εμποροράφτης


Διν θα πιτάξεις Νάκου μο ταξίδι στου φιγγάρι

μυριάδις τέρατα ζητούν, να κλέψουν τη λαλιά σου

η Γκόλφω σι γουστάρισι, κι ζηλεφτό ζιβγάρι

στον κάμπο ιγινήκατι, την μάγιψ' η ματιά σου.


Κατσίκις ροβολούσανε σε ουράνιο βοσκοτόπι

εκείθε οπού η προβάτα της μονάχη μπεμπερίζει

ου Νάκους την κυαλάρισι, στη θημωνιά σορόπι

έρριξε και της λησμονιάς σερμπέτι την ποτίζει.


Του να χαθώ τσομπάνα μο, ουδόλους λογαριάζου

πάρι τουν αρραβώνα μο, χρυσάφι μι ζαφείρι

σαράντα τόνους με γρασίδ' στη θημωνιά στοιβιάζου

κι φκιάνεις όποτε γουστάρ'ς, αγνό τουλουμοτύρι.


Είπε κι λάλησε ο τρανός πριγκηψ των εριφίων

- η μάνα του ανακάτιβι στου σέηκιρ του κέικ, 

στον κόσμο των πουλερικών και γουρουνοτροφείων

όπου κι οι δυό μπιρδέψανι του τσάμικου μι σέικ.

No comments:

Post a Comment