Wednesday, June 17, 2020

Αβασταγό μουλάρι ΙΙ (από την Ηρέα Πήλιο) .

Αβασταγό μουλάρι ΙΙ
(από την Ηρέα Πήλιο)
.

Γέμισαν οι μέρες σου ντροπή,
πικρό ταπεινωμένο υποζύγιο.
Χλεύαζαν το πείσμα σου οι Δειλοί -
οι αφέντες που σου έκρυψαν τον ήλιο.
.

Έσβηνε στο πέρας η χαρά του –

του ήλιου σου του πρώτου η χαρά.
Και έσερνες τα χάμουρα εδώ κάτω,
τ’ αλύπητο σαμάρι - τη σκλαβιά.
.

Κι εκείνοι που αγόγγυστα δεχτήκαν
τη σκλάβα την ανώφελη ζωή,
κείνοι - οι δικοί σου – σ’ αρνηθήκαν.
Κείνοι – απ’ τους εχθρούς σου πιο εχθροί...
.

Στα παζάρια τους, εμπόροι των Εθνών
σε πουλούσαν με τη γη και τα παιδιά της…
Και ψηλά, από τους τύμβους των Καιρών,
προσμένανε οι γύπες να σκοντάψεις…
.

Σήκωνες στην πλάτη τα καρφιά σου,
κι εκείνον το σταυρό του Λυτρωτή.
Σκαρφάλωνες κι εσύ το Γολγοθά σου,
με ακάνθινο στεφάνι τη ντροπή...
.

Κι έβλεπες – παντού ολόγυρά σου,
ολούθε να σταυρώνουνε το φώς....
κουβαλητής εσύ της συμφοράς σου,
τ’ αφέντη και του δήμιου σου βοηθός...
.

Κι όπως προχωρούσανε τα χρόνια
στο γύρισμα του άπονου τροχού,
κάποτε σου ψέλλισαν τ’ αηδόνια:
“Σε πρόδωσ’ η θυσία του αμνού!
.

Ως πότε τη ζωή σου θα προσφέρεις,
του εχθρού σου αμαρτωλή βορά;
Σε ποιόν υπηρετείς το ξέρεις,
σκλάβων σκλάβε του φονιά...!
.

Κι έσβηνε στο δείλι η αχτίδα...
μα μεσ’ από τις φλόγες της ψυχής,
έτριξε στα σίδερα μια ελπίδα –
κάλεσμα και μνήμη αρετής...
.

Βράδιαζε, σουρούπωνε στην πλάση.
Βούρκωναν τα μάτια της νυχτιάς.
Και φούντωνε στα στήθη να σε κάψει
"στείρο πείσμα" λευτεριάς…
.

Σκούριασ’ απ’ το δάκρυ σου ο κρίκος,
και σάπισε απ’ το αίμα το σαμάρι…
Της καρδιάς σου ένα σκίρτημα και χτύπος…
και λεύτερο ανέτειλε φεγγάρι…
.

Της συνείδησης την άσπονδη κραυγή
δεν άκουσες, μηδέ την κατηγόρια,
πως του κόσμου την ασχήμια τη φρικτή,
κοίταξες σκληρά με περιφρόνια.
.

Σκούριασ’ απ’ το δάκρυ σου ο κρίκος,
και σάπισε απ’ το αίμα το σαμάρι…
Της καρδιάς σου ένα σκίρτημα και χτύπος…
και λεύτερο ανέτειλε φεγγάρι…
.

Της συνείδησης την άσπονδη κραυγή
δεν άκουσες, μηδέ την κατηγόρια,
πως του κόσμου την ασχήμια τη φρικτή,
κοίταξες σκληρά με περιφρόνια.
.

Μηδέ το φώς θα πεί πως εμολεύτηκες,
π’ ασπάσθηκες το κόσμο του χαμού:
όχι, εσύ δεν τον ορέχτηκες!
Λυπήθηκες το κρίμα του τρελού...”
.

Βγήκες με το φώς των αστραπών,
βρήκες τ’ απροσκύνητο στρατί…
Ψηλά, στα ύψη των Καιρών,
άνοιξαν φτερούγες οι αητοί…
.

Και κάπου μες στης στάνης το καπνο,
σφραγίδα πια, στη λάσπη την πικρή,
έμεινε το χνάρι σου πιστό,
τ' αδέρφια σου, τους σκλάβους, να καλεί...
.

No comments:

Post a Comment