Τέλος Άγρας
Ανήμερα του Άη Γιωργιού, ακούγονται καμπάνες
Μα δεν χτυπάνε γιορτινά, μονάχα ειδοποιούνε
Κομιτατζήδες φάνηκαν στο πέρασμα των βράχων,
καλπάζοντας πυροβολούν αμάχους με ντουφέκια.
Την Βόρεια Ελλάδα μας, διεκδικούν οι ξένοι
στη σκοτεινή περίοδο αυτή της Ιστορίας
παράνομα αντάρτικα εισβάλλουνε στη χώρα
που δίδαξε πολιτισμό κι όλες τις επιστήμες.
Ο Τέλος Άγρας, λοχαγός, στα Γιαννιτσά, στο βάλτο,
ο αρχηγός Παύλος Μελάς με τον Καραβαγγέλη
κι ο Αντώνης Μίγγας πολεμούν για την ελευθερία,
στη Νάουσα, την Έδεσα, την Καστοριά, την Πέλλα.
Στο Ναύπλιο γεννήθηκε κι ήρθε στο βαλτονέρι,
με δε περίσσια λεβεντιά στον πόλεμο τραβάει,
πως εγεννήθη ήρωας και ένα δρόμο ξέρει:
της Αρετής που εκλεκτούς μονάχα ευλογάει.
Οι κάτοικοι ανοίγουνε τα κλειδωμένα σπίτια,
ελπίδα φέρνει στις ψυχές, χαμόγελο στα χείλη
αυτών που μαυροφόρεσαν με βυσσινιά σειρήτια
και κρέμασαν τους ήρωες δεξά από το καντήλι.
Αϊτός, κατέβηκε στη γη από τα γκρίζα ουράνια,
στα εδάφη του Αλέξανδρου μετέωρος εστάθη
πως είναι σύμβολο αυτών που ζουν με περηφάνεια
κι έχουν το πνεύμ' αδάμαστο, στο χέρι τους τη σπάθη.
2016-06-22
© Georgios Venetopoulos, all rights reserved
http://georgiosvenetopoulosverse.blogspot.gr/
Friday, January 31, 2020
Sunday, January 26, 2020
Το γρούνι
Το γρούνι
Ο Ρούντυ ετρωγε αχνιστά, τα νόστιμα κοψίδια,
ολόπαχες κατέβαζε γραβιέρες και καρβέλια,
αδιάφορος για τα παιδιά με τις τουμπανιασμένες
από αβιταμίνωση κοιλιές και τα κουρέλια.
Χαχάριζε ολομέθυστος ο Ρούντυ και ρευόταν,
ενώ τριγύρω τα φτωχά παιδιά σκελετωμένα,
την δυσοσμία ανέπνεαν και άρρωστη σαπίλα,
όταν επέρδετο συρτά και αποβλακωμένα.
Με δυό κουμπότρυπες σχιστές, από το λίπος μάτια
κοιτούσε χλαπακιάζοντας το κρέας στην πιατέλα,
κι αφου ρευόταν δυνατά, να κάνει κι άλλο χώρο,
χοντρές μπουκιές απόκοβε από μια μορταδέλα.
Παρατηρούσαν τα παιδιά, τον υποβαθμισμένο,
που ομοβροντίες άφηνε, κάτω απ' την γκρίζα χλαίνη,
με το ντι εν έι του λειψό, μυαλό αλλοιωμενο,
γιατί έπινε μόνο κρασί και μπύρα αφρισμένη.
Μεσ' την πιατέλα έπεσε το άδειο του κεφάλι,
τραγούδαγε Λιλή Μαρλέν, και στο ροχαλητό του,
ρευότανε μουγγρίζοντας σαν άρρωστο βουβάλι,
όλοι, δε, νοιώθαν την οσμή του βρώμικου του χνώτου.
Αθόρυβα και τρέμοντας ανέβηκε η Μαρία,
κυοφορούσε κι άρπαξε ένα ψωμί καρβέλι,
στην γη όπου οι Έλληνες εγράψαν ιστορία,
κι ο βλαξ ονειρευότανε τον ζύθο στο βαρέλι.
Το γρούνι ξάφνου ξύπνησε.. Του κλέβαν το φαί του!
Την πεινασμένη έσπρωξε με βιά από το μπαλκόνι.
και μπρος στα μάτια των παιδιών, στη γη του Δημοκρίτου,
με την κοιλιά της χτύπησε στο παγωμένο χιόνι.
Γ. Β.
ομοιοκατάληκτος Ιαμβικός 15σύλλαβος.
Ο Ρούντυ ετρωγε αχνιστά, τα νόστιμα κοψίδια,
ολόπαχες κατέβαζε γραβιέρες και καρβέλια,
αδιάφορος για τα παιδιά με τις τουμπανιασμένες
από αβιταμίνωση κοιλιές και τα κουρέλια.
Χαχάριζε ολομέθυστος ο Ρούντυ και ρευόταν,
ενώ τριγύρω τα φτωχά παιδιά σκελετωμένα,
την δυσοσμία ανέπνεαν και άρρωστη σαπίλα,
όταν επέρδετο συρτά και αποβλακωμένα.
Με δυό κουμπότρυπες σχιστές, από το λίπος μάτια
κοιτούσε χλαπακιάζοντας το κρέας στην πιατέλα,
κι αφου ρευόταν δυνατά, να κάνει κι άλλο χώρο,
χοντρές μπουκιές απόκοβε από μια μορταδέλα.
Παρατηρούσαν τα παιδιά, τον υποβαθμισμένο,
που ομοβροντίες άφηνε, κάτω απ' την γκρίζα χλαίνη,
με το ντι εν έι του λειψό, μυαλό αλλοιωμενο,
γιατί έπινε μόνο κρασί και μπύρα αφρισμένη.
Μεσ' την πιατέλα έπεσε το άδειο του κεφάλι,
τραγούδαγε Λιλή Μαρλέν, και στο ροχαλητό του,
ρευότανε μουγγρίζοντας σαν άρρωστο βουβάλι,
όλοι, δε, νοιώθαν την οσμή του βρώμικου του χνώτου.
Αθόρυβα και τρέμοντας ανέβηκε η Μαρία,
κυοφορούσε κι άρπαξε ένα ψωμί καρβέλι,
στην γη όπου οι Έλληνες εγράψαν ιστορία,
κι ο βλαξ ονειρευότανε τον ζύθο στο βαρέλι.
Το γρούνι ξάφνου ξύπνησε.. Του κλέβαν το φαί του!
Την πεινασμένη έσπρωξε με βιά από το μπαλκόνι.
και μπρος στα μάτια των παιδιών, στη γη του Δημοκρίτου,
με την κοιλιά της χτύπησε στο παγωμένο χιόνι.
Γ. Β.
ομοιοκατάληκτος Ιαμβικός 15σύλλαβος.
Στου Κράθη το ποτάμι
Στου Κράθη το ποτάμι
Η νύχτα εντύθη με βροχή, πνοή του χρυσανθέμου
και ο Χειμώνας τύλιξε στο μούχρωμα υφάδι,
στα μονοπάτια κύλισαν ερπύστριες πολέμου,
Δεκέμβρης ήταν κι οι σκιές βαβίζαν στο σκοτάδι.
Μιλούσανε με γρυλισμούς μουγγρίζοντας σα χοίροι,
μπορεί με την Ανατολή να σβήναν, γκρίζοι ίσκιοι,
θα τους τραβούσε στα βαθειά της γης το χωνευτήρι,
μπορεί η μάνα ν' άναβε τα ξύλα να φουρνίσει...
Ακούστηκαν τα Μάουζερ. Αγκαθεροί οι ήχοι,
χιλιάδες σφαίρες σφύριζαν τραγούδι του θανάτου,
οι άμαχοι θερίζουνταν, κοκκίνιζαν οι τοίχοι,
γυναίκες τρέχαν με παιδιά, στην σκέπη του ελάτου.
Κρατούσα στη δασοπλαγιά, το Σπρίνγκφιλντ του πατέρα
με σφαίρες διαμετρήματος εφτά κι εξήντα δύο,
η μάνα και η αδερφή, ακίνητες πιο πέρα
στις λάσπες κοίτουνταν βουβές σα νάγνεφαν 'αντίο'.
Δεκατεσσάρων ήμουνα κι οι καλικαντζαραίοι
λεηλατούσαν το χωριό, φονεύαν πληγωμένους,
υπολοιπόμενοι της Γης και περιφρονητέοι
στους δρόμους πλατσουρίζανε, τους ματοκυλισμένους.
Τριακόσια μέτρα απ' το χωριό, έψαξα τον μπροστάρη·
το Σπρίνγκφιλντ έβηξε ξερά, την πύρινη ρομφαία
Αρχάγγελος οδήγησε, μουγγό προσευχητάρι
γινήκανε τα δάκρυα κι η Ελληνική σημαία.
Τριακόσια μέτρα απ' το χωριό, όπλιζα στο σκοτάδι,
το Σπρίνγκφιλντ έβηχε ξερά, αλάθητα στο κρύο,
τους γκρίζους Καλικάντζαρους ξανάστελνε στον Άδη
μα όλα σιωπούσαν πια, ωσάν νεκροταφείο.
Απ' τον Παράδεισο, ψηλά, επήρε να χιονίζει,
νιφάδες στέλνοντας πυκνές, ψυχούλες χαιρετούσαν,
λευκό, θανάτου κάλυμμα τους ζώντες εξαγνίζει,
απάνω στη βουνοπλαγιά οι λύκοι αλυχτούσαν.
Το παγωμένο μέταλλο, κρατώ στο μετερίζι
και το σφαλνώ για φυλαχτό με σφαίρα στη θαλάμη,
πλαστό, να δω την μάνα μου, με ξύλα να φουρνίζει,
την αδερφή να τραγουδά στου Κράθη το ποτάμι...
2016-04-08, © Georgios Venetopoulos, All rights reserved
(Ιαμβικός δεκαπεντασύλλαβος)
Sunday, January 5, 2020
Abbey
Abbey
Amid the woods and snow he saw her form,
predestined oracle he sensed this was,
her recollected glance, was lone in storm,
outside the chapel she became first cause.
Lit were the chandelier's ocra chandelles,
his heartbeat thrummed an airy rhythmic spell,
the forest snowstorm reeled - shaped ghostly belles
invited him beneath the ringing knell.
Their Angel's bliss, his soul received in flames,
adept and kind the whisper of her voice,
'- Forgiveness calms those who indulge in blames;
devoutness is the prelude of free choice.'
Outside he stepped beneath the Abbey's knell:
His voice dispersed above the snow and mass,
in cold embraced the iron wrought of bells,
- as waxen light passed through the chapel's glass.
His mind and woods enjoined in forceful prayer,
spells sacrosanct and numinous instilled,
in abstinence the sanctified abbe,
abandoned Convent life to years and thrills.
Escaped then he, to meet the woods in dark,
amidst their sovereign heights he was her groom,
continuum of time and space to arc,
his childhood's wraith became in mists and tomb.
© G. Venetopoulos 01-04-2012, All Rights Reserved
(Iambic Pentameter)
Amid the woods and snow he saw her form,
predestined oracle he sensed this was,
her recollected glance, was lone in storm,
outside the chapel she became first cause.
Lit were the chandelier's ocra chandelles,
his heartbeat thrummed an airy rhythmic spell,
the forest snowstorm reeled - shaped ghostly belles
invited him beneath the ringing knell.
Their Angel's bliss, his soul received in flames,
adept and kind the whisper of her voice,
'- Forgiveness calms those who indulge in blames;
devoutness is the prelude of free choice.'
Outside he stepped beneath the Abbey's knell:
His voice dispersed above the snow and mass,
in cold embraced the iron wrought of bells,
- as waxen light passed through the chapel's glass.
His mind and woods enjoined in forceful prayer,
spells sacrosanct and numinous instilled,
in abstinence the sanctified abbe,
abandoned Convent life to years and thrills.
Escaped then he, to meet the woods in dark,
amidst their sovereign heights he was her groom,
continuum of time and space to arc,
his childhood's wraith became in mists and tomb.
© G. Venetopoulos 01-04-2012, All Rights Reserved
(Iambic Pentameter)
Cherokee
Cherokee
(Tall Warrior of Tanasi)
White smoke ascends above the distant hearths
the softness of the cold inside connotes;
while snow continues spreading on the earth,
his spotted chestnut snorts, and vapor floats.
Concerned, the stalwart, stares above the land
where snow-flakes in the winter gust rotate
the herds of buffalo were forced to strand-
-and massive hunting made them relocate.
The Ag'tanahi-Anisgaya words fly
with crows' invisible fast wings and stray,
they guide his solemn spirit to reply
to calls, the sovereign woods and night convey.
The Warrior of Tanasi harks the sough,
the trees conduct to him along the slope,
what precognitions in the ethers strew,
who has the wisdom will translate their trope.
The winds transmit the ancestors' same song
to the Tanasi of the Cherokee, Tall soul,
inside the woods, they dance with snow along
repetitive crows winging and the skies' call.
Inside the night he drifts along with death's fare
where sacrifice redeems itself with pride
The Ancient Spirit shall bestow his care,
for the Tanasi tribe, he will provide.
® G.V. 09-03-2011, All rights reserved
(Ιαμβικός πεντάμετρος)
Subscribe to:
Posts (Atom)