Showing posts with label Georgios Venetopoulos. Show all posts
Showing posts with label Georgios Venetopoulos. Show all posts

Monday, November 11, 2019

Nesreen

Nesreen

The tempting, dancing Nymph performs her chore,
unfolds in air, resplendently and splays
datura flow in mind her moves implore,
her vision passed and wraith on thoughts, she stays.

Upon her altar sacrificial tolls,
her face, her scent, will challenge and indulge,
manipulates and in half light, enthralls,
ethereal to conquer and divulge.

Instinctive ancient dance, the crowd accourts,
she flows in veins, red aconite domain,
no fate will be as sweet - but one she thwarts -
as thousand lengths to feel of brunette mane.

And triumphant aggresses with applause,
(blade-splendid in her bedleh and shalwars) ,
unfolds her wings, a desert hawk that claws,
betrayed male minds with apathy ignores.

She dances, and her jingling cymbals rings
incursion of a deathly whiff and rye;
monotonous the Dervish siege she sings
for victims of her charm, eager to die.

G. V. // Iambic pentameter

Friday, November 8, 2019

Άη Γιώργης

Άη Γιώργης

Αναθυμάται τον η νια στο θρόισμα του Μπάτη,
στις τρεις τ' αφήλιο γιόρτασαν, του μήνα Αλωνάρη
κι όπως τη ρόκα έγνεθε, κόρη πρασινομάτη,
απόδιωξε τον άνεμο, του κάμπου καβαλάρη.

Του ρόδου αγκύλι την τρυπά, μεσουρανίς τον ψάχνει
τ' αστέρια λάμπουν χαμηλά, στο μετρημό πονάνε
πως τους ψιθύρους αγροικά και τη θαμπούρα αδράχνει
τραγούδι λέει στ' αερικά που γύρω σεργιανάνε.

Ακριβογιός του Άρχοντα, του λίχνου θυγατέρα,
με τη βελόνα να κεντά της περηφάνειας άτι,
λογοδεθήκανε σαν χτες, καλπάσαν στον αγέρα,
ώ, πόσο έμοιαζε ο νιός, τ' Άη Γιώργη τ' αναβάτη.

Ριχτάρι χρυσοκέντητο ο ουρανός κι ο κάμπος,
τρισκόταδο τον τύλιξε, στον πόλεμο κοιμήθη
και τους εσκέπασε προικιό, των αστεριών το θάμπος
κι έγιν' η κόρη αερικό κι οι δυό τους παραμύθι.

G.V.

Thursday, November 7, 2019

Winter Maids

The twilight lingers in the sky
as foliage turns to dusky eaves,
in silence spreads befogging high,
a quilt of white, his mind deceives.

Thus sleep enfolds the white surrounds,
this time of dusk that forwards lies,
the aptitude of night abounds,
whate'er has leaned on skylight, dies.

The drizzle drops upon his scripts
as street lights blink their yellow tears,
the winter maids have sealed their lips
to glide on frozen lake frontiers.

Amid the snowflakes laugh and cry
while silent snow forever falls;
so picturesque in dusk and wry
defies in woods his voice and calls.

Unsounded drops in darkness blend,
conceived answers drift and rule,
lighthearted laughs in air extend
inside the snow's betrothing tulle.

G.V.

Gunwale Shades In The Breeze

 Gunwale Shades In The Breeze


The breeze evoked the fading light;
opaque the molecules of air
along the brae addressed the night
returning beasts and men to lair.

The faded song's transmitted strain,
defined on memories to last,
unable phase was to obtain
responses to its quest's recast.

Chrysanthemums that turned to shades,
perfumed the night on minds to nest,
she laughed! (His entity evades
to be the solitude's best guest) .

Bespoken vows abounded met,
inside the breeze, the sea's motif,
upon the maps, trips incomplete
became, a shoreline and a reef.

So solemn was their fete of e'er
- the passing breeze and yearly count
became a memory and fare
to rise upon a rocky mount.

The sea, like mistress, hence, embraced
his soul of nautilus that fled
inside the breeze while stars had graced
the gunwale cold that hurt and bled.

Her wraith induced his soul to free,
invited dancer to the fair,
eternal guest and cedar tree
while void in front absorbed his stare.

G.V.

Άη Γιώργης

Άη Γιώργης

Αναθυμάται τον η νια στο θρόισμα του Μπάτη,
στις τρεις τ' αφήλιο γιόρτασαν, του μήνα Αλωνάρη
κι όπως τη ρόκα έγνεθε, κόρη πρασινομάτη,
απόδιωξε τον άνεμο, του κάμπου καβαλάρη.

Του ρόδου αγκύλι την τρυπά, μεσουρανίς τον ψάχνει
τ' αστέρια λάμπουν χαμηλά, στο μετρημό πονάνε
πως τους ψιθύρους αγροικά και τη θαμπούρα αδράχνει
τραγούδι λέει στ' αερικά που γύρω σεργιανάνε.

Ακριβογιός του Άρχοντα, του λίχνου θυγατέρα,
με τη βελόνα να κεντά της περηφάνειας άτι,
λογοδεθήκανε σαν χτες, καλπάσαν στον αγέρα,
ώ, πόσο έμοιαζε ο νιός, τ' Άη Γιώργη τ' αναβάτη.

Ριχτάρι χρυσοκέντητο ο ουρανός κι ο κάμπος,
τρισκόταδο τον τύλιξε, στον πόλεμο κοιμήθη
και τους εσκέπασε προικιό, των αστεριών το θάμπος
κι έγιν' η κόρη αερικό κι οι δυό τους παραμύθι.

G.V.

Ο Τρίτος Κι Ο Μηχανικός

Πώς χάραξαν το πέρασμα αόρατοι εργάτες
βροχάρια κι αγριοκάτσικα που σμίλεψαν τα βράχια
εκεί οπούσαν σύννεφα, κι αγγέλοι στρατολάτες
σε πέτρινες βουνοπλαγιές και γκρίζα καταράχια;

Ανέβαιν' ο μηχανικός κι ο τρίτος καπετάνιος
μαζί ανεμοδέρνουνταν σ' ανήλιαγη πορεία
μα βήμα βήμα βιάζουνταν, κυλούσ' ο χρόνος δάνειος,
για τ' ουρανού το ξάγναντο και την αβερταρία.

Οι Ορεάδες έφευγαν στο φύσημα τ' αγέρα,
γιά ήταν σύννεφα που σβούν στου άπειρου τα χάη;
Του γρανιτένιου ορχηστρικού, τραγούδαγε φλογέρα,
κουρελιασμένη έγνεφε σημαία στα πελάη.

Μικρές σταγόνες ρίπιζαν χιονόνερο κρυστάλλι,
το φορτηγό δυό χρόνους πριν, φουντάρησε αρόδου
στο κέρινο των αστεριών, στης νύχτας την αιθάλη,
σειρήνες ύμνουν προσωδή στον είσπλου της διόδου.

Ανέβαιν' ο μηχανικός κι ο τρίτος καπετάνιος
μαζί ανεμοδέρνουνταν σ' ανήλιαγη πορεία
μα βήμα βήμα βιάζουνταν, κυλούσ' ο χρόνος δάνειος,
για τ' ουρανού το ξάγναντο και την αβερταρία.

G.V.

Χρυσή Καδένα

Χρυσή Καδένα

Αρχές Δεκέμβρη ήταν κι αγρυπνούσε,
στην καταχνιά φιγούρα μοναχή,
τριγύρω της μια σιγαλή βροχή
θροίζοντας, με τα στοιχειά μιλούσε.

Πώς χόρευαν θολές οι αποστάσεις!
Μην ήταν πια η αυγή απατηλή;
Στα μάτια το διάφανο φιλί,
σκιών διάταξη κι αντανακλάσεις.

Απ' το λαιμό κρεμόταν η καδένα·
επιλογή και έμβλημα χρυσό,
στρατιώτη έπίγραμμα στην Λεμεσό,
βαπόρια-φορτηγά και μαύρα τραίνα.

Επέστρεφαν τα κύματα του μπάτη
το νόστο για τ΄αστέρια τ' ουρανού
στο θόλο το βαθύ του οψιδιανού
με βρόχινο στα μάτια της τ' αλάτι.

Τραγούδι έγιν' η φωνή κι επλάσθη
με τις σταγόνες, νεύμα του βοριά
προσκάλεσμα· θυμάρι και μυρτιά,
στο λυκαυγές η κόρη τον ησπάσθη.

G.V.


Γοργόφτερος Θαλασσαϊτός


Σαν φώτισε αγαληνά ο ήλιος τ' ακρογιάλι 15
στον μακρινό ορίζοντα εστίασε το βλέμμα,
αθόρυβ' από την αχλύ του πρωινού προβάλαν
αυθάδεις, οι γαλέρες των κουρσάρων.11

Πολλάκις λεηλατήθηκε τ' ακριτικό νησί του
γι' αυτό εξεθηκάρωσε ατσάλινη λεπίδα
σφυρήλατη μεσ' στη φωτιά από παλιούς τεχνίτες
και ύψωσε του τάγματος το βάνδο.

Της θάλασσας τα πνέματα περνούσαν από πάνω
τα γλαροπούλια έκρωζαν, το κύμα εφλοισβούσε
μονάχος του εστέκουνταν, η αύρα τον φυσούσε
στ' απόμακρο της χώρας ακρογιάλι.

Ολόγυρά του ένοιωσε, μαζεύουνταν προγόνοι
οπλίτες και κατάφρακτοι που πέσαν πολεμώντας
των Δωρικών αθάνατοι, ξεπρόβαλαν ξιφήρεις
απ' τ' αστροκέντητο της Περσεφόνης.

Γοργόφτερος θαλασσαϊτός, εφόρμησε στη μάχη
στον άνεμο θερίζοντας, μονάχος ευλογήθη,
με λιόδεντρου αντίδωρο μετάλαβε πορφύρα,
σαν ήλιος, στα μεσούρανα εκλήθη.

G.V.

Βεατρίκη




Στο δρόμο προς τον Έσπερο, τον πρόλαβε η νύχτα

καθώς κατέβαινε βουβή και σκέπαζε τα δάσα,

από μακρυά ερχότανε ο άνεμος που αλύχτα

και σάρωνε την άσφαλτο με παγωμένη ανάσα.


Μουντό το πάσο τ' ουρανού, μακρυά τον οδηγούσε

φλογίτσες λαμπυρίζανε, τα άγνωρα αστέρια

η Βεατρίκη το νερό του Κράθη εκερνούσε

ως υδροχόος της Στυγός, σε ιδεατά παρτέρια.


Με σάλπιγγες και κύμβαλα χορεύαν ακροβάτες

αποκυήματα νυχτός και χρόνου ασυμβάτου,

- του κινητήρα άκουγε τους υπερτροφοδότες,

των Εσπερίδων κάλεσμα ή τάχα του θανάτου;


Για χρόνια το πεντάλιτρο, τραβούσε προς τη δύση

σε δάση από βελανιδιές, και μέλανα ελάτια

οι ακροβάτες είχανε ωστόσο ισορροπήσει

σ' αόρατα σχοινιά που βγουν στου Άδη τα παλάτια.


Απάνω τους χορεύανε χιλιάδες παντομίμες

με τα γεράκια πιο ψηλά τροχιές να διαγράφουν

τον Βόρειο να αιωρεί απόκληρες τις μνήμες,

στο μαυρονέρι του Χελμού που θρύλοι περιγράφουν.


Στο μούχρωμ' αφανίστηκαν, με γέλια οι ακροβάτες,

το μελανί πεντάλιτρο κεντούσε τα σκοτάδια

σχεδιάζοντας ιδανικά, στου ποταμού τις όχτες,

τροχιές που απειρίζονταν στου Άδη τα λιβάδια.
.

Georgios Venetopoulos