Friday, March 13, 2020

Two birds

We heard the hoots' becrowing words
foreboding of our steadfast grief;
they fled to dusk - two mourning birds
life's borderlines and false beliefs.

Two birds have passed, in gray and black,
straight arrows fled to vanish yon
our longest trip on the railway track,
bemocking company and gone.

Upon our train have sat the birds,
the passengers won't go to stars
and neither will their versing words,
that rhyme with unforgiven mars.

Unmoved the riders in the cars,
suspended is the pilot's gaze,
the rails become two iron bars,
and death's advancing mauve bouquets.

The heads advert the engine's chug
like dancing poppies in the breeze,
and none among us will debug
why are we Charon's invitees.

Black engine draws upon the rails;
the pilot, coolly, searches fore
subsequent the foggy veils,
our caravan of wagons, wore.

The souls imprisoned trail along
the pilot engine's wordless rites,
and wait through nothingness and wrongs,
the train to reach uncounted heights.

Tuesday, February 11, 2020

Charades

Charades
 
It was my impression, the hours were bending
after infinite years of waiting and mind stalling,
the ship of our escaping, his deft sailors calling,
the time was  hardening and never-ending.
 
Upon the ship were only shadows of souls,
and as the dusk, slowly, befell to night,
it was the three of us in tulips of smoked light,
and only sailor ghosts in charades sprawl.
 
They danced and danced the nights after,
mimicking umpteen concepts, as each word,
was one more riddle upon our mind board,
- with ghosts jumping with their crazy laughter. 
 
we danced with them, under the rain;
foolish marionettes of a black ship hustle;
rotated, around a conceived infinite axle;
the dark ship wanted us to wind and feign.
 
Across the shore, were scattered lights,
blinking like to expending, desolated flames,
with this dance eluding us to childish games,
and the windy memories of our Sunday kites.
 
We fled up to reach happiness where,
the stars were smiling to a careless void,
and none recalled his one life destroyed,
and none recalled our ship dance of ne'er.
 
© 2012, All Rights Reserved

Sunday, February 9, 2020

Παράξενη Κολώνια

Παράξενη Κολώνια
  

Καράβι βυθισμένο στη σιωπή 10
οι σκιές του δειλινού απλώνονται με βιάση 13
ο ψίθυρος του πέλαγου θέλει να τους περάσει 15
στη διάσταση εκείνων που μισέψαν στην βροχή. 14

Σαν τα παιδιά της γνέφουνε μαζί 10
με τους αέρηδες και της χαμογελάνε, 13
τ' απορημένα μάτια τους ολόγυρα ζητάνε 15
του στοιχειωμένου πέλαγου τον παραμυθατζή. 14

Το πλοίο ψάχνει αυγινή γιορτή, 10
της μηχανής η μουσική στα τρία κάρτα, 13
η χάλκινη πυξίδα δείχνει την πορεία σκάρτα, 15
τ' αμέτρητα ταξίδια τους γυρίζουν στην αρχή. 14

Στά άδεια καλοκαίρια της ψυχής 10
της μοναξιάς τους θα πετούν τα χελιδόνια 13
με μια παράξενη, Τεργέστης, θα περνούν κολώνια, 15
και κει που χάθηκαν δεν θ' αποκρίνεται κανείς. 14

2017/11/27
© G. Venetopoulos, All rights reserved
(Ιαμβικός στίχος - έμμετρη γραφή)

Friday, February 7, 2020

Τον φώναζε Τζορντάνο

Τον φώναζε Τζορντάνο
.

Στήν άσφαλτο ξεμάκραιναν, στη μηχανή επάνω
ερωτευμένοι με το φως, τα γκάζια, τα λουλούδια·
η κόρη δεν θυμότανε... Τον φώναζε Τζορντάνο
και τραγουδούσαν στα βουνά, παρέα με τ' αρκούδια.
.
Γελώντας, έτρωγε αργά ένα κομμάτι πίτσα
με πεπερόνι, έξτρα τσήζ και φρέσκα μανιτάρια...
Ανέμελα τραβούσανε προς την Ηγουμενίτσα,
στο σάκο είχαν λίγα σνακς και μερικά δολάρια.
.
Ο Τζόρτζι σούζες έκανε κι αυτή τονε κρατούσε
με τό 'να χέρι στο Νταϊνέζ ή τη μακρυά του χαίτη,
λουλούδια φωτογράφιζε κι ύστερα τ' αναρτούσε,
οι μέλισσες ζουζούνιζαν Γκαετάνο Ντονιτσέτι.
.
Η ομορφάδα των αγρών τους είχε συνεπάρει
καθώς μυριάδες χρώματα κεντούσανε την πλάση,
της πίτσας όποιος δάγκωνε το τραγανό ζυμάρι
δεν ξέχναγε της Άνοιξης ετούτο το γιορτάσι.
.
Στην διαδρομή η μηχανή βρυχόταν στον αέρα·
μηκέτι είχαν κατά νου, στη θάλασσα να φτάσουν
φορούσανε τα καθρεφτέ, κοκκινωπά Καρέρα
και τ' άλογα ξεχύνονταν στο δρόμο να καλπάσουν.
.
Η κόρη, όμως, δεν ήξερε πώς να ισορροπήσει
και σύρθηκε στην άσφαλτο μα δίχως να χτυπήσει.
Η Ευσεβούλα έπεσε από την Καβασάκι
κι ο Τζόρτζι της προσέφερε γαλακτομπουρεκάκι
.
Γ.Β.

Sunday, February 2, 2020

Χρυση Καδενα

Χρυση Καδενα
 
Αρχές Δεκέμβρη ήταν κι αγρυπνούσε,
στην καταχνιά φιγούρα μοναχή,
τριγύρω της μια σιγαλή βροχή
θροίζοντας, με τα στοιχειά μιλούσε.
 
Πώς χόρευαν θολές οι αποστάσεις!
Μην ήταν πια η αυγή απατηλή;
Στα μάτια το διάφανο φιλί,
σκιών διάταξη κι αντανακλάσεις.
 
Απ' το λαιμό κρεμόταν η καδένα·
επιλογή και έμβλημα χρυσό,
στρατιώτη έπίγραμμα στην Λεμεσό,
βαπόρια-φορτηγά και μαύρα τραίνα.
 
Επέστρεφαν τα κύματα του μπάτη
το νόστο για τ΄αστέρια τ' ουρανού
στο θόλο το βαθύ του οψιδιανού
με βρόχινο στα μάτια της τ' αλάτι.
 
Τραγούδι έγιν' η φωνή κι επλάσθη
με τις σταγόνες, νεύμα του βοριά
προσκάλεσμα· θυμάρι και μυρτιά,
στο λυκαυγές η κόρη τον ησπάσθη.
 
© G. Venetopoulos, All rights reserved
(Ιαμβικός στίχος 11/10 συλλαβών)

Friday, January 31, 2020

Τέλος Άγρας

Τέλος Άγρας
 
Ανήμερα του Άη Γιωργιού, ακούγονται καμπάνες
Μα δεν χτυπάνε γιορτινά, μονάχα ειδοποιούνε
Κομιτατζήδες φάνηκαν στο πέρασμα των βράχων,
καλπάζοντας πυροβολούν αμάχους με ντουφέκια.
  
Την Βόρεια Ελλάδα μας, διεκδικούν οι ξένοι
στη σκοτεινή περίοδο αυτή της Ιστορίας
παράνομα αντάρτικα εισβάλλουνε στη χώρα
που δίδαξε πολιτισμό κι όλες τις επιστήμες.
  
Ο Τέλος Άγρας, λοχαγός, στα Γιαννιτσά, στο βάλτο,
ο αρχηγός Παύλος Μελάς με τον Καραβαγγέλη
κι ο Αντώνης Μίγγας πολεμούν για την ελευθερία,
στη Νάουσα, την Έδεσα, την Καστοριά, την Πέλλα.
  
Στο Ναύπλιο γεννήθηκε κι ήρθε στο βαλτονέρι,
με δε περίσσια λεβεντιά στον πόλεμο τραβάει,
πως εγεννήθη ήρωας και ένα δρόμο ξέρει:
της Αρετής που εκλεκτούς μονάχα ευλογάει.
  
Οι κάτοικοι ανοίγουνε τα κλειδωμένα σπίτια,
ελπίδα φέρνει στις ψυχές, χαμόγελο στα χείλη
αυτών που μαυροφόρεσαν με βυσσινιά σειρήτια
και κρέμασαν τους ήρωες δεξά από το καντήλι.
  
Αϊτός, κατέβηκε στη γη από τα γκρίζα ουράνια,
στα εδάφη του Αλέξανδρου μετέωρος εστάθη
πως είναι σύμβολο αυτών που ζουν με περηφάνεια
κι έχουν το πνεύμ' αδάμαστο, στο χέρι τους τη σπάθη.
  
2016-06-22
© Georgios Venetopoulos, all rights reserved
http://georgiosvenetopoulosverse.blogspot.gr/

Sunday, January 26, 2020

Το γρούνι

Το γρούνι

Ο Ρούντυ ετρωγε αχνιστά, τα νόστιμα κοψίδια,
ολόπαχες κατέβαζε γραβιέρες και καρβέλια,
αδιάφορος για τα παιδιά με τις τουμπανιασμένες
από αβιταμίνωση κοιλιές και τα κουρέλια.

Χαχάριζε ολομέθυστος ο Ρούντυ και ρευόταν,
ενώ τριγύρω τα φτωχά παιδιά σκελετωμένα,
την δυσοσμία ανέπνεαν και άρρωστη σαπίλα,
όταν επέρδετο συρτά και αποβλακωμένα.

Με δυό κουμπότρυπες σχιστές, από το λίπος μάτια
κοιτούσε χλαπακιάζοντας το κρέας στην πιατέλα,
κι αφου ρευόταν δυνατά, να κάνει κι άλλο χώρο,
χοντρές μπουκιές απόκοβε από μια μορταδέλα.

Παρατηρούσαν τα παιδιά, τον υποβαθμισμένο,
που ομοβροντίες άφηνε, κάτω απ' την γκρίζα χλαίνη,
με το ντι εν έι του λειψό, μυαλό αλλοιωμενο,
γιατί έπινε μόνο κρασί και μπύρα αφρισμένη.

Μεσ' την πιατέλα έπεσε το άδειο του κεφάλι,
τραγούδαγε Λιλή Μαρλέν, και στο ροχαλητό του,
ρευότανε μουγγρίζοντας  σαν άρρωστο βουβάλι,
όλοι, δε, νοιώθαν την οσμή του βρώμικου του χνώτου.

Αθόρυβα και τρέμοντας ανέβηκε η Μαρία,
κυοφορούσε κι άρπαξε ένα ψωμί καρβέλι,
στην γη όπου οι Έλληνες εγράψαν ιστορία,
κι ο βλαξ ονειρευότανε τον ζύθο στο βαρέλι.

Το γρούνι ξάφνου ξύπνησε.. Του κλέβαν το φαί του!
Την πεινασμένη έσπρωξε με βιά από το μπαλκόνι.
και μπρος στα μάτια των παιδιών, στη γη του Δημοκρίτου,
με την κοιλιά της χτύπησε στο παγωμένο χιόνι.

Γ. Β.

ομοιοκατάληκτος Ιαμβικός  15σύλλαβος.